H τεχνολογική εξέλιξη στον τομέα της δημόσιας διοίκησης και της ασφάλειας έχει μεταβάλει ριζικά τις πρακτικές διακυβέρνησης και επιτήρησης, με την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) να καταλαμβάνει έναν ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο. Ωστόσο, η εφαρμογή της ΤΝ στο πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων εγείρει σύνθετα ερωτήματα, όχι μόνο τεχνικά ή οργανωτικά, αλλά κυρίως ηθικά, κοινωνικά και επιστημολογικά: Πώς βιώνεται η τεχνολογική μετάβαση από τους ίδιους τους επαγγελματίες του πεδίου; Ποια όρια θέτει η ανθρώπινη εμπειρία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αυτοματοποίησης;
Η παρούσα μονογραφία προσεγγίζει αυτά τα ερωτήματα από τη σκοπιά της ποιοτικής έρευνας. Αξιοποιώντας ερμηνευτικές μεθόδους και πρωτογενή δεδομένα, επιχειρεί μια διεπιστημονική συμβολή στα πεδία της ποινικής πολιτικής, της τεχνολογικής ηθικής και της σπουδής της φυλακής. Στο ελληνικό πλαίσιο, όπου η ΤΝ δεν έχει ακόμη ενταχθεί θεσμικά στο σωφρονιστικό σύστημα, η μελέτη αυτή συνιστά την πρώτη εμπειρική καταγραφή των προσδοκιών, των φόβων και των αντιστάσεων που συνοδεύουν μια τέτοια πιθανή ενσωμάτωση.
Παράλληλα, η ανάλυση συνδέεται με βασικές εγκληματολογικές θεωρίες, τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και τις προσήκουσες διατάξεις του Σωφρονιστικού Κώδικα, προκειμένου να διερευνηθεί πώς οι τεχνολογικές καινοτομίες μπορούν να ενσωματωθούν ή να συγκρουστούν με τις θεσμικές, ηθικές και κοινωνικές απαιτήσεις του σωφρονιστικού συστήματος.






