Με την πεποίθηση και παραφράζοντας τον Σεφέρη, ότι «είναι παιδιά πολλών δασκάλων τα λόγια μας», το βιβλίο αυτό μοιάζει με έναν θησαυριστή, που κλείνει στην αγκαλιά του τα δροσάνθια των πρώτων χρόνων της εκπαιδευτικής ζωής των παλαιών δασκάλων (γυναικών και ανδρών)‧ αυτών που ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους κυρίως μετά το 1950 και το 1960 (αλλά και στις αμέσως επόμενες δεκαετίες)‧ σε χαλεπούς καιρούς, με πολλά προβλήματα στη βιοποριστική και διδακτική τους καθημερινότητα.
Ζυμωμένη η γράφουσα στο ακριβό χωνευτήρι του αγώνα του εκπαιδευτικού της πρωτοβάθμιας (ως δασκαλοπαίδι και από τους δύο γονείς της) δίνει τη σφραγίδα μιας εποχής‧ ξεφυλλίζοντας σελίδες και γεγονότα, βγαλμένα από τα συρτάρια της μνήμης:
- φωτίζει –μέσα από ένα πολύπλευρο, συγκινητικό και τεκμηριωμένο υλικό– τη δύσβατη πορεία και το πολυσχιδές έργο των δασκάλων, αναδεικνύοντας την πολυδιάστατη προσφορά τους στην Παιδεία και στην κοινωνία
- επιχειρεί την ιστορική αναδρομή στον θεσμό του «δημοδιδασκάλου» από τις απαρχές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους
- καταγράφει και αποτυπώνει σημαντικά χαρακτηριστικά του έργου και της εξέλιξης των διδασκάλων
- παραθέτει τα άλλοτε αντιπαιδαγωγικά παιδονομικά μέσα.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, 56 δασκάλες και δάσκαλοι ξεδιπλώνουν «στου χαρτιού το εχέμυθο αυτί» τις αυτούσιες αναμνήσεις και τα βιώματά τους από τα πρώτα χρόνια του διορισμού τους στις εσχατιές όλης σχεδόν της ελληνικής επαρχίας‧ αποτυπώνοντας ανάγλυφα το πορτραίτο της εκπαίδευσης εκείνης της περιόδου.
Έτσι, οι προσωπικές μαρτυρίες, οι αφηγήσεις που αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργούν ένα είδος πολύτιμης κληρονομιάς για το μέλλον‧ αποτελούν αξιοπρόσεκτη πρωτογενή πηγή για τον ενεργό εκπαιδευτικό, αλλά και για τον μελετητή της σύγχρονης ιστορίας της εκπαίδευσης.
Πρωτίστως, όμως, οι «ιστορίες» αυτές με τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που προέρχονται από πρόσωπα με έντονη παρουσία στη διαμόρφωση της τότε ελληνικής κοινωνίας, αναδεικνύονται σε εξαιρετικά και διαχρονικά ντοκουμέντα‧ γεγονός που οφείλεται τόσο στην εγκυρότητα και στην αυθεντικότητά τους όσο και στη μοναδικότητά τους.
Επομένως, η συγγραφέας με ζεστασιά ψυχής αποθέτει στο βιβλίο εικόνες, περιστατικά, αναμνήσεις και μας καλεί να τρυγήσουμε από τον ξεχωριστό αυτό αμητό ό,τι ο καθένας έχει διασώσει και φυλάξει με γλυκυθυμία στον αλησμόνητο κόσμο των παιδικών και μαθητικών του χρόνων. Διαβεβαιώνοντας τον αναγνώστη της, ότι η εν λόγω έκδοση δεν καυχάται για τίποτα άλλο, παρά μόνον, πως πραγματοποιείται με πολλή αγάπη, αληθινό περίσσευμα καρδιάς και βαθιά ευγνωμοσύνη στις δασκάλες και στους δασκάλους, που σφράγισαν μιαν άλλη εποχή‧ των οποίων οι μορφές απεικονίζονται αναλλοίωτες στο διάβα του χρόνου, απαθανατίζοντας ατόφιους τους ίδιους και το έργο τους στη θύμηση ενός καιρού, που κρατά το χρώμα και το άρωμά του ολοζώντανο και ανεξίτηλο.






