H ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία ζεύγους, παρότι άρχισε να εφαρμόζεται ήδη από τη δεκαετία του 1950 κυρίως στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν αναγνωρίστηκε ως αυτοτελής θεραπευτική μέθοδος. Η αρχική απουσία μιας θεωρίας για την ψυχική οργάνωση του ζεύγους οδήγησε είτε στην εφαρμογή του κλινικού μοντέλου της ατομικής ανάλυσης είτε στην κατανόηση του ζεύγους ως υποσυστήματος της οικογένειας από τις συστημικές προσεγγίσεις. Οι εξελίξεις εντός του ψυχαναλυτικού παραδείγματος κατά τις τελευταίες δεκαετίες επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής θεωρητικής και κλινικής θεώρησης του ζεύγους per se. Ανέδειξε την ασυνείδητη διυποκειμενική και διαγενεακή διάσταση του συντροφικού δεσμού, εστιάζοντας στα ψυχικά όρια μεταξύ «εγώ» και «εμείς», στα ασυνείδητα συμβόλαια, στην επανάληψη του τραύματος και στη δυνατότητα δημιουργίας ενός κοινού, περιεκτικού ψυχικού χώρου του ζεύγους.
Σήμερα, υπάρχει αυξημένη ζήτηση για θεραπεία ζεύγους, η οποία συνδέεται τόσο με τη μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή της ως θεραπεία όσο και με τη ρευστότητα και την αβεβαιότητα του σύγχρονου κοινωνικού περιβάλλοντος, που απειλούν την ανθεκτικότητα των ζευγαριών. Ο θεραπευτής ζεύγους καλείται να διαχειριστεί την ένταση και την πολυπλοκότητα μιας μικρής ομάδας σε κρίση, διατηρώντας το θεραπευτικό πλαίσιο και υποστηρίζοντας τη συγκρότηση ενός λειτουργικού δεσμού.
Το παρόν βιβλίο χωρίζεται σε ένα θεωρητικό και ένα κλινικό μέρος. Στο πρώτο σκιαγραφούνται οι βασικές θεωρητικές επιρροές που συνέβαλαν στη θεμελίωση της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας ζεύγους, ενώ στο δεύτερο εξετάζονται, μέσω κλινικών περιπτώσεων, καίρια ζητήματα του κλινικού πλαισίου και της θεραπευτικής διαδικασίας. Στόχος είναι να υποστηριχθεί ο νέος θεραπευτής ζεύγους στην κατανόηση και οργάνωση της κλινικής του εμπειρίας και στη συγκρότηση ενός θεραπευτικού χώρου που διευκολύνει τη δημιουργία ενός λειτουργικού συντροφικού δεσμού.






