Ας έλθουμε τώρα στην θύραθεν υπερβατικότητα του Παπαδιαμάντη. Φανταστείτε τον πνιγμό της Ακριβούλας ως ένα πίνακα, ζωγραφισμένο στο γαλήνιο ύφος παλαιού φλαμανδού μαΐστρου […]. Στο παρεισφρέον σκότος […] η μαρμαίρουσα, υποκυμενόμενη θάλασσα με την φιλοπαίγμονα φώκια, η μικρή Ακριβούλα, κατά το ήμισυ στο νερό, σαν να βουτάει για να συνοδέψει τη φώκια στα παιχνίδια της […], το φρύδι του βράχου, απ’ όπου έπεσε στο κύμα, ο γήλοφος με το βαθούλωμα, στο οποίο βρίσκονται ο βοσκός […] και το μικρό του κοπάδι, τα […] ξεχώματα […], τα λευκά μνημούρια, ο ανεμόλμυλος του Μαμογιάννη […], το Κοχύλι, το Γλυφονέρι, το ανηφορικό μονοπάτι που ανεβαίνει […] η γριά Λούκαινα με το μπόγο της […] οι τελευταίοι ξωμάχοι που επιστρέφουν στο χωριό […], το λιμάνι με τη σκούνα στα πανιά […]. Και, τέλος, κάτι ακόμα που δεν μάς περιέγραψε ο Παπαδιαμάντης: Πάνω ψηλά κι αριστερά στον σκοτεινό ήδη και έναστρο ουρανό η εικόνα του Πανάγαθου με την ανεμίζουσα εκεί στα ουράνια ύψη λευκή, μακριά, σεβάσμια γενειάδα του να παρακολουθεί γαλήνιος το συμβάν – ένα μέρος και αυτός της πρόφρονος φύσεως. Είναι μάταιη γι’ αυτόν κάθε κρίση. Συμμερίζεται την προφροσύνη της Δημιουργίας του. Κι αριστερά ένα αγγελούδι, όμορφο και φιλοπερίεργο ενώπιον του συμβάντος.
Έτσι και για τον Παπαδιαμάντη. Εδώ, όπως και σε άλλα διηγήματά του απέχει, ακριβώς συνεπεία της θύραθεν, δηλ. της θρησκευτικής και θεολογικής, υπερβατικότητάς του, κάθε κρίσης ως μάταιης. Συγκεκριμένα εδώ είναι σαν να ψέγει την γριά-Λούκαινα, η οποία «μυρολογά τα γενοβόλια της τα παλιά», γράφοντας:
«Σάν νά εἶχαν ποτέ τελειωμό
τά πάθια κ’ οἱ καημοί τοῠ κόσμου».
Σ’ αυτήν την στάση του, η οποία απορρέει από τις απόψεις του για την ζωή και τον κόσμο, ταιριάζουν απόλυτα η αποστασιοποίησή του κατά την παράσταση των πραγμάτων και η αισθητική του αρχή τού πρόσκαιρου και παρερχόμενου […].






