Στο βιβλίο αυτό ο Lacan διαβάζεται σε σταθερό διάλογο με τον Descartes, όχι ως απλή ιστορική αναφορά, αλλά ως κρίσιμη μετατόπιση του νεωτερικού υποκειμένου. Αφετηρία είναι το καρτεσιανό cogito, η αξίωση βεβαιότητας που το στηρίζει και η μέθοδος που το θεμελιώνει. Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, βρίσκεται αλλού: τι απομένει από το «σκέφτομαι, άρα είμαι» όταν η σκέψη δεν συμπίπτει με εκείνον που μιλά και όταν η βεβαιότητα του εγώ αποδεικνύεται στιγμιαία, ασταθής, σχεδόν εφήμερη;
Ακολουθώντας την περίοδο 1954-1976, η μελέτη εντοπίζει τις βασικές στιγμές όπου ο Lacan επιστρέφει στον Descartes όχι για να τον διορθώσει, αλλά για να αναδείξει τον τόπο όπου το υποκείμενο χάνει την αυτονόητη κυριαρχία του. Το cogito αναδεικνύεται έτσι ως σημείο έντασης: από τη μία η νεωτερική υπόσχεση διαφάνειας του εγώ προς τον εαυτό του, από την άλλη η ψυχαναλυτική εμπειρία που φανερώνει ρήγματα, μετατοπίσεις και ασυνέχειες ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε εκείνον που μιλά. Γι’ αυτό η διάκριση ανάμεσα στη δήλωση και την εκφορά γίνεται κεντρική: το «εγώ» του λόγου δεν ταυτίζεται με το υποκείμενο που αναδύεται μέσα από αυτόν.
Η λακανική κριτική του cogito δεν καταλήγει σε άρνηση της νεωτερικότητας, αλλά ανοίγει μια άλλη σκηνή του υποκειμένου, στη γλώσσα και στον Άλλο. Εκεί συγκροτείται η γνώση, οργανώνεται η επιθυμία και αναδύονται τα όριά τους. Το βιβλίο απευθύνεται σε αναγνώστες της ψυχανάλυσης και της φιλοσοφίας, σε ερευνητές των ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά και σε όσους ενδιαφέρονται για τη νεωτερικότητα, τη θεωρία του υποκειμένου και τις μορφές κριτικής της. Η βεβαιότητα εδώ δεν λύνει το πρόβλημα. Το οξύνει. Και στο κέντρο του αφήνει ένα κενό που επιμένει ως όρος της ίδιας της υποκειμενικότητας.